Ἑλλαδικός

Ἑλλᾰδικός, ή, όν, Hellenic,
A

ἀοιδαί Xenoph.6

;

κλίμα Herm.

ap. Stob. 1.49.45; [ἵπποι] Str.11.13.7; οἱ Ἑ. Plu.2.676b.
II Ἑλλαδική, , name of a plaster, Alex.Trall.9.1; Ἑλλαδικὸν μάλαγμα Aet.15.11.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἑλλαδικός — plaster masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελλαδικός — ή, ό (AM ἑλλαδικός, ή, όν) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Ελλάδα ή προέρχεται απ αυτή νεοελλ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ελληνική επικράτεια (σ αντίθεση προς το «ελληνικός», που αναφέρεται στο ελληνικό έθνος) μσν. 1. (το αρσ. πληθ. ως …   Dictionary of Greek

  • ελλαδικός — [эладикос] επ. греческий, находящийся в греции …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ελλαδικός — ή, ό 1. που ανήκει ή αναφέρεται στο ελληνικό κράτος (σε αντίθεση με το ελληνικός που αναφέρεται σε όλο το ελληνικό έθνος). 2. που κατάγεται από την κυρίως Ελλάδα (σε αντίθεση με τους Έλληνες που κατάγονται από αλλού) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ελλαδικός πολιτισμός — Πολιτισμός που άκμασε στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά την περίοδο του χαλκού. Η περίοδος αυτή άρχισε περίπου από το 2800 π.Χ. και συνεχίστηκε έως το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Η τελευταία της φάση, η υστεροελλαδική (1580 1100 π.Χ.), ταυτίστηκε με… …   Dictionary of Greek

  • Ἑλλαδικά — Ἑλλαδικός plaster neut nom/voc/acc pl Ἑλλαδικά̱ , Ἑλλαδικός plaster fem nom/voc/acc dual Ἑλλαδικά̱ , Ἑλλαδικός plaster fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλαδικῶν — Ἑλλαδικός plaster fem gen pl Ἑλλαδικός plaster masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλαδικόν — Ἑλλαδικός plaster masc acc sg Ἑλλαδικός plaster neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλαδικαῖς — Ἑλλαδικός plaster fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλαδικαί — Ἑλλαδικός plaster fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλαδικοῖς — Ἑλλαδικός plaster masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.